Ο αγιογράφος Θεόδωρος Πουλάκης και η φλαμανδική χαλκογραφία
The Icon Painter Theodore Poulakis and The Flemish Engraving
Κυκλοφορεί
Γρηγόρη, Αθήνα, 6/1979
1η έκδ.
Γλώσσα: Ελληνική, Νέα
€ 46.88 (περ. ΦΠΑ 6%)
Βιβλίο, Δερματόδετο
29 x 20 εκ, 1,893 γρ, 500 σελ.
Περιγραφή

Η ανά χείρας πραγματεία απέβλεψεν ιδία εις την ανίχνευσιν των πηγών, αφ` ων ήντλησεν ο αγιογράφος Θεόδωρος Πουλάκης. Η μέχρι τούδε έρευνα έχει, ως γνωστον, επισημάνει, περιστασιακά, την επίδρασιν της φλαμανδικής τέχνης τόσον επί τον Πουλάκην, όσον και επί άλλους μεταβυζαντινούς ζωγράφους του 16ου και 17ου αι. Η προσπάθειά μας επηύξησε τα παραδείγματα. Επισκεφθείς βιβλιοθήκας και μουσεία της Ευρώπης διεξήλθον μελετών τα χαρακτικά του Jean Sadeler. Παραλλήλως η έρευνα επεξετάσθη και εις την σπουδήν των έργων και άλλων φλαμανδών καλλιτεχνών - χαρακτών (των Raphael, Egidius, και Justus Sadeler, των αδελφών Wirix, του Cornelis Cort, του H. Golzius, των Collaert, του C. von den Passe κ.ά.), αλλά συγχρόνως και ζωγράφων, των οποίων σχέδια εχάραξεν ο Jean Sadeler (Martin de Vos, Crisp. v. d. Broeck, J. de Winghe, D. Barentsz, κ.ά.)

Κατά την εικονογραφικήν ανάλυσιν επιμείναμεν εις την διακρίβωσιν των μεταποιήσεων και της επεξεργασίας υπό του Πουλάκη των δανείων του· επεζητήθη δηλαδή να καθορισθή η στάσις του έναντι των προτύπων και να ερμηνευθούν αι προτιμήσεις του. Εγένετο προσπάθεια να φανή η εκάστοτε προσωπική συμβολή του Πουλάκη, αι καινοτομίαι και αι αποκλίσεις του από την παράδοσιν. Ηρευνήθησαν αι δομικαί μορφολογικαί αρχαί επί τη βάσει των οποίων συνέθεσε τα έργα του, προκειμένου να διαπιστωθή εις ποίον βαθμόν ακολουθεί τα παραδοσιακά και διαρθρωτικά σχήματα και εις ποίον βαθμόν ακολουθεί τα παραδοσιακά και διαρθρωτικά σχήματα και εις ποίον βαθμόν απομακρύνεται αυτών δημιουργών ανεξαρτήτους ποικιλίας, γεγονός προδίδον μίαν διάφορον κατεύθυνσιν της καλλιτεχνικής και πολιτιστικής βουλήσεως της αρχούσης αστικής τάξεως κατά τον 17ον αι. Πλαστική έκφρασις της κατευθύνσεως αυτής αποτελεί η καλλιτεχνική παραγωγή του Πουλάκη, την οποίαν θα πρέπει να εκλάβωμεν ως εξέλιξιν εκ των έσω της τέχνης της Κρητικής Σχολής από τον Κλασσικισμόν του Θεοφάνους εις τον Μανιερισμόν του Κλότζα.
[...]
(από το εισαγωγικόν σημείωμα)