Η χώρα του χιονιού
雪国 (Yukiguni) (τίτλος πρωτοτύπου)
Κυκλοφορεί
ISBN: 978-960-505-634-6
Άγρα, Αθήνα, 2/2024
1η έκδ., Ελληνική, Νέα
€ 16.50 (περ. ΦΠΑ 6%)
Βιβλίο, Χαρτόδετο
232 σελ.
Ιαπωνική (γλώσσα πρωτοτύπου)
Περιγραφή
Η Χώρα του χιονιού είναι μια ιστορία έρωτα ανάμεσα σε έναν αργόσχολο διανοούμενο αστό του Τόκυο και μια γκέισα των βουνών της βορειοδυτικής Ιαπωνίας. Ο ήρωας ταξιδεύει με το τραίνο και στην πρώτη φράση του μυθιστορήματος μόλις έχουν περάσει ένα τούνελ και βρίσκονται ξαφνικά στη χώρα του χιονιού.
Αυτή η περιοχή είναι γνωστή ως η άλλη όψη της Ιαπωνίας, και κρύοι άνεμοι, με προέλευση από τη Σιβηρία, τη διατρέχουν. Περνάμε έτσι από την πρωτεύουσα στον παράξενο και άγριο κόσμο των βουνών, από έναν κόσμο σε έναν άλλο κόσμο, σε μια διάσταση εξωπραγματική που εισάγεται από την πρώτη σελίδα με καθρεφτίσματα, μακρινά φώτα και μάτια που λάμπουν επάνω σε τζάμια σχηματίζοντας διπλοτυπίες με το νυχτερινό τοπίο.
Ο Καουαμπάτα δίνει πρόσθετες διαστάσεις και έμφαση στις εικόνες ομορφιάς και απόκοσμου που θέλει να δημιουργήσει. Φως, τραίνο, ηλεκτρικό, η κόρη του ματιού της Γυόκο πάνω σε μια μακρινή λάμψη, το καινούργιο στην υπηρεσία της ομορφιάς. Ακόμα και η βία είναι απλώς μέρος ενός κόσμου αντιθέσεων και υπάρχει κι αυτή για μερικές μόνο στιγμές πριν ο γαλαξίας τα καταπιεί όλα μέσα του. Ο έρωτας τρεμοπαίζει αβέβαιος στις καρδιές, στα μάτια, στα σώματα.
Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων συναντάει το Ζεν των στιγμών ενώνοντάς τες σε ένα τώρα που έχει καταπιεί παρελθόν και μέλλον και παραπαίει ανάμεσα σε θάμπωμα και μελαγχολία. Η ένωση με τη φύση, με το ερωτικό σώμα και τελικά με το σύμπαν είναι μοιραία στη βίωσή της και αφήνει τους ήρωες χωρίς δέρμα και χωρίς γιατρειά. Η απόσταση και η ψυχρότητα συναντούν το πάθος και την τρέλα, η φωτιά κατατρώει τα πάντα κάτω απ’ το παγωμένο βλέμμα του γαλαξία.
Η Χώρα του χιονιού είναι ένα από τα σημαντικότερα μυθιστορήματα του Καουαμπάτα (Νόμπελ Λογοτεχνίας 1968) καθώς και ένα από τα μεγάλα αριστουργήματα της ιαπωνικής λογοτεχνίας.

Παρόλο που ο έρωτας της Κόμακο απευθυνόταν σ’ αυτόν τον ίδιο, η αίσθηση ενός κενού τον έκανε να βλέπει τη ζωή της όμορφη αλλά σαν έναν ακόμα μάταιο κόπο, και οι προσπάθειές της να τη ζήσει τον ανατρίχιαζαν σαν κάτι να ακουμπούσε πάνω στο γυμνό του δέρμα. Νιώθοντας θλίψη για την Κόμακο, ένιωσε θλίψη για τον εαυτό του. Κι όσο κι αν τα μάτια της Γυόκο ήταν αθώα, ένιωσε ότι το φως τους ήταν αρκετά διαπεραστικό ώστε να μπορέσει να φωτίσει όλη αυτή την κατάσταση· ο Σιμάμουρα αισθάνθηκε έλξη και για αυτή τη γυναίκα.