Κρυφές πτυχές του Μακεδονικού
Κυκλοφορεί
ISBN: 978-618-204-121-5
Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη, 11/2021
1η έκδ.
Γλώσσα: Ελληνική, Νέα
€ 22.00 (περ. ΦΠΑ 6%)
Βιβλίο, Χαρτόδετο
17 x 24 εκ., 493 σελ.
Περιγραφή

Η συ­ζή­τη­ση ήταν θυ­ελ­λώ­δης.

«Τι πά­τε να κά­νε­τε, ποι­ος θα προ­στα­τεύ­σει τα σύ­νο­ρά σας; Εσείς δεν έχε­τε στρα­τό, δεν έχε­τε συ­ναλ­λαγ­μα­τι­κά απο­θέ­μα­τα, δεν έχε­τε νό­μι­σμα, πού πά­τε, πώς θα επι­βι­ώ­σε­τε;»

Στην κρα­τι­κή έπαυ­λη, στην Αχρί­δα, ο Σλό­μπο­νταν Μι­λό­σε­βιτς εξα­γρι­ω­μέ­νος τα ψέλ­νει στον Κί­ρο­Γκλι­γκό­ρωφ, για την από­φα­ση των Σκο­πί­ων να ακο­λου­θή­σουν τον δρό­μο της Σλο­βε­νί­ας και της Κρο­α­τί­ας, δη­λα­δή να απο­σχι­στούν. Στις 27 Δε­κεμ­βρίου του 1991 δέ­χτη­κε ένα τη­λε­φώ­νη­μα από τον Μι­λό­σε­βιτς, ο οποί­ος του ζη­τού­σε να συ­να­ντη­θούν στην Αχρί­δα για να συ­ζη­τή­σουν «για τις σχέ­σεις και το μέλ­λον της πε­ρι­ο­χής».

Πή­γε παίρ­νο­ντας μα­ζί του και τον Βα­σί­λι Το­πουρ­κόφ­σκι, στε­νό συ­νερ­γά­τη του, νε­α­ρό ανερ­χό­με­νο αστέ­ρι της γι­ου­γκοσ­λα­βι­κής πο­λι­τι­κής, αγ­γλο­μα­θή και εκ­πρό­σω­πο, μέ­χρι την ανε­ξαρ­τη­σία της ΣΔ της Μα­κε­δο­νί­ας, στο συλ­λο­γι­κό προ­ε­δρείο της ενι­αί­ας Γι­ου­γκοσ­λα­βί­ας.

«Ο Μι­λό­σε­βιτς ήρ­θε συ­νο­δευ­ό­με­νος από τον τό­τε πρό­ε­δρο της ομο­σπον­δί­ας, Μπό­ρισ­λα­βΓι­ό­βιτς, και τον υπουρ­γό Εξω­τε­ρι­κών Βλά­ντο­Γι­ο­βά­νο­βιτς», αφη­γεί­ται ο Το­πουρ­κόφ­σκι.

«Το κλί­μα ήταν βα­ρύ. Οι Σέρ­βοι μάς το δή­λω­σαν ανοι­χτά ότι ήταν απο­γο­η­τευ­μέ­νοι, δεν πί­στευ­αν ότι εμείς οι Μα­κε­δό­νες θα απο­κο­βό­μα­σταν και θα κά­να­με δι­κό μας κρά­τος. Μί­λη­σε πρώ­τος ο Γι­ό­βιτς, ο οποί­ος μας προ­ει­δο­ποί­η­σε ότι, αν δεν εντα­χθού­με σε μια συ­νο­μο­σπον­δία των 4 (Σερ­βία, Μαυ­ρο­βού­νιο, Βοσ­νία, Μα­κε­δο­νία) –λύ­ση που προ­ω­θού­σε η σερ­βι­κή πλευ­ρά–, θα ξε­σπού­σε στη Βοσ­νία φο­βε­ρός πό­λε­μος. Εμείς όμως είχα­με δι­ε­νερ­γή­σει το δη­μο­ψή­φι­σμα για την ανε­ξαρ­τη­σία και αυτό τους το υπεν­θύ­μι­σα, ενώ ο Γκλι­γκό­ρωφ τούς τό­νι­σε πως οι Σέρ­βοι πρέ­πει να κα­τα­νο­ή­σουν το δι­καί­ω­μα του μα­κε­δο­νι­κού λαού να απο­κτή­σει το δι­κό του κρά­τος», μου είπε ο Το­πουρ­κόφ­σκι.

«Και πώς θα τα βρεί­τε με τους Έλ­λη­νες και τους Βουλ­γά­ρους, μην ξε­χνά­τε ότι υπάρ­χουν Μα­κε­δό­νες και σ’ αυτές τις χώ­ρες, πε­τά­χτη­κε σε κά­ποια στιγ­μή ο Μι­λό­σε­βιτς, και ο Γκλι­γκό­ρωφ τού απά­ντη­σε ότι δεν είναι στις προ­θέ­σεις μας η αλ­λα­γή συ­νό­ρων ούτε η Με­γά­λη Μα­κε­δο­νία κ.ά. Η συ­ζή­τη­ση ήταν τε­τα­μέ­νη, ο Μι­λό­σε­βιτς εξα­γρι­ω­μέ­νος. Εμείς φο­βό­μα­σταν την αντί­δρα­ση των Σέρ­βων, που δι­α­τη­ρού­σαν ολό­κλη­ρη στρα­τιά στη Μα­κε­δο­νία και είχαν και μια μι­κρή μει­ο­νό­τη­τα…»

 

Το βρά­δυ ο Ζέ­λεφ δεί­πνη­σε με τον Γέλ­τσιν στην κα­τοι­κία «Λό­ζε­νετς». Ο Μπο­ρίς­Νι­κο­λά­γε­βιτς συ­νέ­χι­ζε να πί­νει βότ­κα πα­ρά τις πα­ρα­κλή­σεις της συ­ζύ­γου του, Νί­να, να φάει κά­τι.

Ο Γι­έλ­τσιν έδει­ξε ότι δεν έχει ξε­χά­σει αυτό που έκα­νε ο Ζέ­λεφ και τον ρώ­τη­σε αν θέ­λει να κά­νει κά­τι για αυτόν. «Να ανα­γνω­ρί­σε­τε τη Μα­κε­δο­νία», του απά­ντη­σε αμέ­σως ο ηγέ­της του κρά­τους μας. Ο Γέλ­τσιν συμ­φώ­νη­σε και έδω­σε εντο­λή στον υπουρ­γό Εξω­τε­ρι­κών Κο­ζί­ρεφ να γρά­ψει το δι­ά­ταγ­μα. Ο Κο­ζί­ρεφ προ­σπά­θη­σε να του εξη­γή­σει ότι με αυτήν την πρά­ξη θα εξορ­γι­στούν οι Έλ­λη­νες, αλ­λά ο Γι­έλ­τσιν επέ­μει­νε. Τό­τε ο Κο­ζί­ρεφ έπαι­ξε το τε­λευ­ταίο του χαρ­τί – η κρα­τι­κή σφρα­γί­δα βρί­σκε­ται στο προ­ε­δρι­κό αε­ρο­σκά­φος. Ο Μπο­ρίς­Νι­κο­λά­γε­βιτς στρά­φη­κε προς τον Ζέ­λεφ και τον κα­θη­σύ­χα­σε: Αύριο το πρωί στο αε­ρο­δρό­μιο θα δώ­σου­με συ­νέ­ντευ­ξη τύ­που, θα ανα­κοι­νώ­σω ότι η Ρω­σία ανα­γνω­ρί­ζει τη Μα­κε­δο­νία και το δι­ά­ταγ­μα θα το στεί­λω από το αε­ρο­πλά­νο μό­λις απο­γει­ω­θεί. Έτσι και έγι­νε – 10 λε­πτά με­τά την επι­βί­βα­ση στο αε­ρο­πλά­νο με κα­τεύ­θυν­ση τη Μό­σχα ο Γέλ­τσιν υπέ­γρα­ψε την ανα­γνώ­ρι­ση της Δη­μο­κρα­τί­ας της Μα­κε­δο­νί­ας από τη Ρω­σι­κή Ομο­σπον­δία με αυτό το αμε­τά­βλη­το όνο­μα της γει­το­νι­κής μας χώ­ρας».

Έτσι, με­τά τη Βουλ­γα­ρία και την Τουρ­κία, η Ρω­σία έγι­νε η τρί­τη χώ­ρα που ανα­γνώ­ρι­σε τα Σκό­πια ως «Δη­μο­κρα­τία της Μα­κε­δο­νί­ας».

Ο Σταύ­ρος Τζί­μας γεν­νή­θη­κε στο Σού­λι Θε­σπρω­τί­ας, το 1954 και σπού­δα­σε Oικο­νο­μι­κά στο Πα­νε­πι­στή­μιο Μα­κε­δο­νί­ας (Α.Β.Σ.Θ). Ερ­γά­ζε­ται ως δη­μο­σι­ο­γρά­φος στην ΚΑ­ΘΗ­ΜΕ­ΡΙ­ΝΗ και το Αθη­να­ϊ­κό-Μα­κε­δο­νι­κό Πρα­κτο­ρείο Ειδή­σε­ων (ΑΠΕ-ΜΠΕ). Στο πα­ρελ­θόν δού­λε­ψε στις εφη­με­ρί­δες «Ρι­ζο­σπά­στης», «ΤΑ ΝΕΑ», «ΤΟ ΠΟ­ΝΤΙ­ΚΙ» και στην Σου­η­δι­κή Ρα­δι­ο­φω­νία. Το βι­βλίο που κρα­τά­τε στα χέ­ρια σας είναι το δεύ­τε­ρο του συγ­γρα­φέα. Το πρώ­το έχει τίτ­λο «Στον Αστε­ρι­σμό του Εθνι­κι­σμού» (εκ­δό­σεις Επί­κε­ντρο) και ανα­φέ­ρε­ται στα πα­ρα­σκή­νια των ελ­λη­νο­αλ­βα­νι­κών σχέ­σε­ων στη με­τα-Χό­τζα επο­χή. Έχει τι­μη­θεί με το βρα­βείο «Προ­α­γω­γής της Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­ας» του Ιδρύ­μα­τος Μπό­τση αλ­λά και από το Ίδρυ­μα Εθνι­κής Συμ­φι­λί­ω­σης της Αλ­βα­νί­ας για τα ρε­πορ­τάζ που αφο­ρού­σαν στις αιμα­τη­ρές βε­ντέ­τες στον αλ­βα­νι­κό βορ­ρά. Είναι πα­ντρε­μέ­νος και έχει δυο θυ­γα­τέ­ρες.


Add: 2021-11-09 15:44:45 - Upd: 2021-11-19 12:24:11