Μανώλης Καλομοίρης: Τρεις Ελληνικοί Χοροί
Παρτιτούρα Ορχήστρας
Κυκλοφορεί
ISBN: 979-0-801168-15-3
1η έκδ., Ελληνική, Νέα
€ 34.00 (περ. ΦΠΑ 24%)
Βιβλίο, Χαρτόδετο
31 x 24 εκ, 68 σελ.
Σύντομη περιγραφή
Οι Τρεις Ελληνικοί Χοροί είναι το πέμπτο κατά χρονολογική σειρά καθαρά ορχηστρικό έργο του Μανώλη Καλομοίρη. Το έργο γράφτηκε για μεγάλη συμφωνική ορχήστρα και πήρε την οριστική του μορφή στην Πράγα το 1934.
Περιγραφή

Οι Τρεις Ελληνικοί Χοροί είναι το πέμπτο κατά χρονολογική σειρά καθαρά ορχηστρικό έργο του Μανώλη Καλομοίρη, μετά τη Ρωμέικη Σουίτα, τη Συμφωνία της Λεβεντιάς, τις Νησιώτικες ζωγραφιές για βιολί και ορχήστρα, και τη Συμφωνία των Ανίδεων και των Καλών Ανθρώπων.[1] Το έργο γράφτηκε για μεγάλη συμφωνική ορχήστρα και πήρε την οριστική του μορφή στην Πράγα το 1934.[2] Ωστόσο, και τα τρία μέρη από τα οποία αποτελείται έχουν στην πραγματικότητα συντεθεί στην πρωτότυπη μορφή τους πολύ νωρίτερα, ήδη κατά τη δεκαετία του 1910, ως μέρος άλλων συνθέσεων του Καλομοίρη.

Το πρώτο μέρος των χορών, ο Μπάλλος, αποτελεί σύνθεση της περιόδου περί το 1917[3] και γράφηκε αρχικά για πιάνο. Συμπεριλήφθηκε σε μια έκδοση δημοτικών μελωδιών που εξέδωσε ο Καλομοίρης το 1922. Τότε, ο συνθέτης είχε συνάψει συμφωνία με τον εκδότη Ζαχαρία Μακρή για την έκδοση είκοσι δημοτικών τραγουδιών για φωνή και πιάνο ή μόνο για πιάνο, σε επεξεργασίες του Καλομοίρη. Η έκδοση των είκοσι τραγουδιών δεν υλοποιήθηκε στο σύνολό της, αφού τελικά εκδόθηκαν μόνο δέκα από τα τραγούδια, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο Μπάλλος.

Ο Μπάλλος αποτελείται από μια σειρά δέκα γνωστών μελωδιών οργανικού παραδοσιακού αιγαιοπελαγίτικου μπάλλου, οι οποίες χωρίζονται σε δύο ενότητες, που περιέχουν από πέντε μελωδίες η κάθε μία. Κάθε ενότητα αρχίζει με μια δίμετρη σύντομη εισαγωγή, η οποία, στην περίπτωση του πρώτου τμήματος τονίζει απλώς τον ρυθμό, ενώ στην περίπτωση του δεύτερου χρησιμοποιείται για να μας μεταφέρει από την τονικότητα της σι ύφεση μείζονος σε έναν χρωματικό τρόπο με βάση το ντο. Καθεμία από τις παραδοσιακές μελωδίες διαρκεί τέσσερα ως οκτώ μέτρα, που ενίοτε επαναλαμβάνονται.

Η ορχηστρική εκδοχή του Μπάλλου, που διασώζεται σε ένα μόνο αχρονολόγητο χειρόγραφο, φαίνεται μεταγενέστερη. Ωστόσο υπάρχουν στοιχεία που μας προβληματίζουν ως προς την πραγματική ημερομηνία σύνθεσής της,[4] η οποία πιθανότατα πρέπει να χρονολογηθεί πολύ πιο κοντά και ίσως ταυτόχρονα με την πιανιστική εκδοχή (άλλωστε αυτή ήταν και η συνήθης πρακτική του Καλομοίρη, να συνθέτει δηλαδή ταυτόχρονα –και συνήθως προγενέστερα– την ορχηστρική εκδοχή όσων έργων είχαν και πιανιστική). Σε κάθε περίπτωση, η δομή της ορχηστρικής εκδοχής δεν παρουσιάζει ουσιώδεις διαφορές σε σύγκριση με την πιανιστική:  προστίθενται απλώς διάφορα συνοδευτικά ή αντιστικτικά μοτίβα σε ποικίλα όργανα, ενώ ενίοτε οι επαναλήψεις της πιανιστικής εκδοχής ξαναγράφονται εξ ολοκλήρου στην ορχηστρική, μια και διαθέτουν διαφορετική ενορχήστρωση ή και εναρμόνιση. Ακόμη, η ορχηστρική εκδοχή φέρει την ένδειξη Moderato, που λείπει από τη μορφή για πιάνο.

Ο Ειδυλλιακός χορός γράφτηκε ως μία μορφή ορχηστρικής προσαρμογής μοτίβων και αποσπασμάτων της πρώτης όπερας του συνθέτη, του Πρωτομάστορα, που είναι έργο των ετών 1915-1916 πάνω στο θεατρικό έργο Η Θυσία του Νίκου Καζαντζάκη,[5] και πρωτοπαρουσιάστηκε στην Αθήνα τον Μάρτιο του 1916. Ο Καλομοίρης επέλεξε και χρησιμοποίησε στοιχεία από την εισαγωγή και την πρώτη σκηνή της όπερας, καθώς και από το ιντερμέτζο μεταξύ πρώτης και δεύτερης πράξης.[6] Ο Ειδυλλιακός χορός αποτελεί, κατά συνέπεια, το πιο ανεξάρτητο, εν σχέσει με το πρότυπό του, μέρος των Τριών Ελληνικών Χορών. Πριν ενταχθεί στην ενότητα των Τριών Ελληνικών Χορών, αποτέλεσε προσωρινά μέρος του έργου Νησιώτικες Ζωγραφιές.[7] Η μορφή που συμπεριλήφθηκε στον κύκλο των Τριών Ελληνικών Χορών είχε γραφτεί από τον Καλομοίρη το 1924 κατόπιν παραγγελίας του οίκου συναυλιών Association des Concerts Grassi και παρουσιάστηκε ως μουσική μπαλέτου στις 12 Απριλίου του 1924 στο Théâtre de la Gaîté (γνωστό και ως Gaîté-Lyrique), στο Παρίσι, με σολίστ χορού την Ιsabel de Etchessarry.[8] Για την παρούσα έκδοση λήφθηκαν υπόψιν τόσο το πρωτότυπο χειρόγραφο του Ειδυλλιακού χορού, όσο και οι δύο εκδοχές του Πρωτομάστορα, δεδομένου ότι η δεύτερη εμπεριέχει μεταγενέστερες βελτιωτικές τροποποιήσεις του συνθέτη.

Η μελωδία και η επεξεργασία του Τσακώνικου, αυτού του ιδιότυπου και πασίγνωστου παραδοσιακού χορού σε μέτρο 5/4, εμφανίζονται στην όπερα Το Δαχτυλίδι της Μάνας, έργο του 1917. Στη Β’ πράξη, ο χορός αυτός, που χορεύεται κατά τη δεύτερη είσοδο των Νεράιδων, ακούγεται τρεις φορές αυτούσιος και κάθε φορά ακολουθείται από επεξεργασία του θέματος ή του ρυθμού. Η δημοτική μελωδία του Τσακώνικου, όπως οι περισσότεροι χορευτικοί σκοποί, χαρακτηρίζεται από συμμετρία στη μορφή, την οποία καταγράφει ο Καλομοίρης χωρίζοντας τον χορό σε δύο τετράμετρες φράσεις που απαρτίζουν ένα οκτάμετρο σύνολο.

Η σύγκριση του Τσακώνικου χορού, όπως εμφανίζεται στο Δαχτυλίδι της Μάνας, με την παρτιτούρα ορχήστρας των Τριών Ελληνικών Χορών αποκαλύπτει ότι υπάρχουν μεταξύ τους μερικές αξιοσημείωτες διαφορές. Μια από τις πιο ουσιαστικές, εκτός του γεγονότος ότι ο Καλομοίρης ανέθεσε τον ρόλο των τραγουδιστών σε διάφορα όργανα, είναι ότι στην ορχήστρα της όπερας χρησιμοποιείται τσελέστα (χειρόγραφο Δαχτυλιδιού 1938-39), ενώ στους Χορούς η τσελέστα αντικαθίσταται από ομάδα κρουστών, μια και η τσελέστα δεν περιλαμβάνεται στην ενορχήστρωση του έργου αυτού. Οι όποιες αλλαγές στην πλοκή της όπερας διακρίνονται και από αλλαγές στην ενορχήστρωση των Χορών, στο τέλος των οποίων συντομεύεται η κατάληξη.[9]

 

ΝΙΚΟΣ ΜΑΛΙΑΡΑΣ

Καθηγητής Ιστορικής Μουσικολογίας

Διευθυντής του Εργαστηρίου Μελέτης της Ελληνικής Μουσικής

του Πανεπιστημίου Αθηνών


[1] Της σύνθεσης των Τριών Ελληνικών Χορών προηγείται και η ενορχηστρωμένη μορφή της Ραψωδίας αρ. 2 για πιάνο, που όμως δεν φιλοτεχνήθηκε από τον ίδιο τον συνθέτη, αλλά από τον φίλο του, συνθέτη και μαέστρο Gabriel Pierné, το 1925.

[2] Φοίβος Ανωγειανάκης, Κατάλογος έργων Μανώλη Καλομοίρη, 1883-1962 (Αθήνα: Ίκαρος, 1964), 35-36 και 55, υποσ. 69. Φίλιππος Τσαλαχούρης, Μανώλης Καλομοίρης, 1883-1962: Νέος κατάλογος έργων (Αθήνα: Σύλλογος ‘Μανώλης Καλομοίρης’, 2003), 81-82.

[3] Ανωγειανάκης, ό.π.

[4] Βλ. λεπτομερέστερη επιχειρηματολογία περί αυτού στο: Νίκος Μαλιάρας, Το ελληνικό δημοτικό τραγούδι στη μουσική του Μανώλη Καλομοίρη (Αθήνα: Παπαγρηγορίου – Νάκας, 2001), 100-103.

[5] Η τραγωδία Η Θυσία γράφτηκε το 1909, όσο ο Καζαντζάκης βρισκόταν στο Παρίσι. Εκδόθηκε τον Ιούνιο του 1910 από το περιοδικό ‘Παναθήναια’ με τον τίτλο ‘Ο Πρωτομάστορας’, και ο συγγραφέας του υπογράφει με το λογοτεχνικό ψευδώνυμο ‘Πέτρος Ψηλορείτης’. Βλ. Νίκος Μαλιάρας, ‘Η σχέση Λόγου και Μέλους στις “καζαντζακικές” όπερες του Μανώλη Καλομοίρη (Πρωτομάστορας και Κωνσταντίνος Παλαιολόγος)’, στο: Ελληνική μουσική και Ευρώπη. Διαδρομές στον Δυτικοευρωπαϊκό Πολιτισμό (Αθήνα: Παπαγρηγορίου – Νάκας, 2012), 120.

[6] Και όχι μόνο από το Iντερμέτζο του Τραγουδιστή όπως αναφέρει ο Ανωγειανάκης, ό.π., και αρκετοί μετά από αυτόν. Θυμίζουμε ότι, στην αρχική του μορφή, ο Πρωτομάστορας απετελείτο από τρεις πράξεις, με ένα ιντερμέτζο να μεσολαβεί μεταξύ δεύτερης και τρίτης, οι οποίες στην επεξεργασία του 1929 συγχωνεύτηκαν σε δύο, με τις δύο πρώτες της εκδοχής του 1916 να συναποτελούν την πρώτη του 1929, και το ιντερμέτζο και την τρίτη να συναπαρτίζουν τη δεύτερη της τελικής εκδοχής. Η φιλοτέχνηση του Ειδυλλιακού χορού έγινε το 1924, δηλαδή πριν από την επεξεργασία του 1929, και επομένως διασώζει στοιχεία της συνθετικής δομής του 1916.

[7]Αυτό φαίνεται στο εξώφυλλο του χειρογράφου του συγκεκριμένου χορού: Νησιώτικες Ζωγραφιές / III. Ιντερμέτζο του Τραγουδιστή.

[8] Το Théâtre de la Gaîté (Gaîté-Lyrique), ένα από τα παλαιότερα θέατρα της Γαλλικής πρωτεύουσας, ιδρύθηκε το 1759 στο boulevard du Temple, και το 1862 μεταφέρθηκε στη rue Papin. Στις αρχές της δεκαετίας του 1920, λίγο πριν από την παρουσίαση του έργου του Καλομοίρη, χόρευαν εκεί τα Ρωσικά Μπαλέτα του Σεργκέι Ντιάγκιλεφ, ο οποίος τότε βρισκόταν ακόμη σε συνεργασία με τον Ίγκορ Στραβίνσκυ.

[9] Βλ. περισσότερες λεπτομέρειες και ανάλυση στο: Νίκος Μαλιάρας, Το ελληνικό δημοτικό τραγούδι στη μουσική του Μανώλη Καλομοίρη (Αθήνα: Παπαγρηγορίου – Νάκας, 2001), 203 κ.ε.