Απολογία Χριστιανική
Κυκλοφορεί
ISBN: 978-960-333-883-3
Γρηγόρη, Αθήνα, 1/2015
Ελληνική, Νέα
€ 13.93 (περ. ΦΠΑ 6%)
Βιβλίο, Χαρτόδετο
21 x 14 εκ, 312 σελ.
Περιγραφή

Ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Πάριος, Διδάσκαλος τοῦ Γένους καὶ ἐκ τῶν πρωτεργατῶν τοῦ Φιλοκαλικοῦ κινήματος τῶν «Κολλυβάδων», ὑπῆρξε πολυγραφότατος συγγραφέας, πολυτάλαντος καὶ πολυμερής. Ἀκολουθώντας τὴν παράδοση τῶν ἁγίων Πατέρων, συνέγραψε ἔργα ἀνταποκρινόμενα πάντοτε σὲ συγκεκριμένες ἀνάγκες ἢ προκλήσεις, γιὰ τὴν πληροφόρηση, οἰκοδομὴ καὶ νουθεσία τοῦ Ὀρθοδόξου ποιμνίου.

Τὸ ἔργο του «ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ», καταγγέλλει τὴν ἀλλοτρίωση τῆς Γαλλίας καὶ τὴν διαμετρικὴ ἀποστασιοποίησή της ἀπὸ κάθε ἔννοια Χριστιανικότητας, κάτι ποὺ ἐνσαρκώνεται στὴν Ἐπανάσταση τοῦ 1789. Ἐντοπίζει δὲ τὴν ἀλλοτρίωση αὐτὴ σὲ ὅλο τὸ φάσμα τῆς ἰδεολογικῆς, πολιτικῆς καὶ κοινωνικῆς πραγματικότητάς της: Ἡ Γαλλικὴ Ἐπανάσταση ἀντικατέστησε τὸν Χριστιανισμὸ μὲ τὴν «θρησκεία τῆς λογικῆς», μὲ τὴν λατρεία τοῦ «Ὑπερτάτου Ὄντος», ποὺ δὲν ἦταν παρὰ πρόσχημα γιὰ τὴν ἀπόκρουση τῆς κατηγορίας τῆς ἀθεΐας καὶ στὴν οὐσία τεκτονικὸ ἐφεύρημα (Ροβιεσπέρος). Ἡ «φυσικὴ θρησκεία» ὅμως, δὲν εἶναι παρὰ
ἄρνηση τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ καὶ ἀπόρριψή Του. Πηγὴ τῆς γαλλικῆς ἀθεΐας εἶναι ἡ «ἀφοβοθεΐα» (ἀπουσία τοῦ θείου φόβου) καὶ ἡ «παντελὴς ἀλησμονησία τοῦ Θεοῦ». Ἦταν ἑπόμενο συνεπῶς, ἡ ἐσωτερικὴ διαστροφὴ νὰ ὁδηγήσει σὲ ψευδεῖς καὶ ἀπατηλὲς διακηρύξεις γιὰ τὴν ἐξαπάτηση τοῦ κόσμου. Σ᾽αὐτὸ τὸ πλαίσιο βλέπει καὶ τὶς γαλλικὲς διακηρύξεις γιὰ ἐλευθερία καὶ ἰσότητα. Οἱ κατ᾽ οὐσίαν Χριστιανικὲς αὐτὲς ἔννοιες ἔχουν λάβει τὴν φόρτιση, ποὺ ἀπορρέει ἀπὸ τὴν γαλλικὴ ἐπαναστατικὴ ἰδεολογία. Ἡ ψευδὴς ἐλευθερία καθιστᾶ τὸν ἄνθρωπο δοῦλο τῶν ἐπιθυμιῶν του, ἐνῶ ἡ ἐν Χριστῷ ἐλευθερία, ἀποδεχομένη τὴν «ὑπακοή» στὴν ἐξουσία, δὲν παύει νὰ σώζει τὴν ἐσωτερικὴ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου (ἀδούλωτο φρόνημα), ποὺ εἶναι ἡ ἀληθινὴ ἐλευθερία. Τὸ ὑπόβαθρο τοῦ Παρίου εἶναι καὶ ἐδῶ ἁγιογραφικὸ καὶ Πατερικό. Ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Πάριος, πολέμησε μὲ σφοδρότητα τὶς ἰδέες τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Διαφωτισμοῦ καὶ ἔγινε γι᾽ αὐτὸ στόχος τῶν ἡγετῶν τοῦ φιλοδυτικοῦ ρεύματος καὶ κυρίως τοῦ «πατριάρχη» του Ἀδαμαντίου Κοραῆ (1748-1833). Ἡ σύγκρουσή τους ἐσφράγισε τὴν πορεία τῆς διαπάλης παραδοσιακῶν - ἀντιπαραδοσιακῶν ἤ, ἀκριβέστερα, ἀντιδυτικῶν καὶ φιλοδυτικῶν, στὴν ἑλληνικὴ κοινωνία.
 
Πῶς μποροῦν δυὸ ἄνθρωποι νὰ λέγονται ἴσοι, ὅταν ὁ ἕνας εἶναι πάμπλουτος καὶ ὁ ἄλλος στενάζει ἀπὸ τὴν πεῖνα του καὶ ἀναγκάζεται νὰ κλέβει ἐξ αἰτίας τῆς φτώχειας του; Αὐτὲς οἱ διακηρύξεις εἶναι ἐφεύρημα ανθρώπων πονηρῶν καὶ ἐπίβουλων, οἱ ὁποῖοι, θέλοντας νὰ ἱκανοποιήσουν τὰ πάθη τους καὶ νὰ ἐκπληρώσουν τὶς κακές τους ἐπιθυμίες, ἐμφύσησαν στὰ μυαλὰ τῶν ἁπλῶν ἀνθρώπων τοῦ λαοῦ αὐτὸν τὸν ἀσύστατο
ἄνεμο τῆς ἰσότητας, γιὰ νὰ ἔχουν βοήθεια γιὰ τὴν ἐπίτευξη τοῦ σκοποῦ τους. Μπορεῖ ποτὲ νὰ ὑπάρξει ἰσότητα σὲ κοινωνίες ποὺ κυριαρχεῖ ἡ πλεονεξία, ποὺ βασιλεύουν τὰ πάθη, ποὺ δὲν ἀκούγεται ἄλλη ἔκφραση συχνότερα ἀπὸ «τὸ δικό μου» καὶ «τὸ δικό σου»; Ἰσότητα, ναί, πράγματι ὑπῆρξε κάποτε! Ποῦ ὅμως; Στὴν νεοσύστατη Ἐκκλησία τῶν καλῶν ἐκείνων Χριστιανῶν, τῶν ἁπλῶν καὶ εὐλαβεστάτων! Ἐκεῖ, ὅπως τὴν περιγράφει ὁ ἱερὸς Λουκᾶς (Πράξ. Δ΄, 32), κανένας δὲν ἔλεγε ὅτι ἔχει κάτι δικό του, ἀλλὰ ἦταν ὅλα κοινά, χρήματα, ἐνδύματα καὶ τροφές.  
Γιατί ὅμως ἦταν ὅλα κοινά; Γιατί, λέει, ἡ καρδιὰ καὶ ἡ ψυχὴ τῶν πιστῶν ἦταν μία! Ὅλοι γιὰ τὸν Θεὸ εἶχαν μία γνώμη καὶ ἕνα θέλημα καὶ ἦταν ὅλοι δεμένοι μεταξύ τους μὲ ἀδελφικὴ ἀγάπη, τόσο σφικτά, ὥστε, παρ’ ὅλο ποὺ ἦταν πολὺς λαὸς καὶ διαφόρων ἡλικιῶν, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, ἡλικιωμένοι καὶ νέοι, ἦταν ὅλοι τόσο μονιασμένοι ὥστε ἔμοιαζαν ν’ ἀποτελοῦν ἕνα σῶμα, ποὺ τὸ κινοῦσε μία ψυχή. Ἡ ἴδια ἰσότητα καὶ ὁμοψυχία ὑπῆρξε ἐπὶ πολλοὺς αἰῶνες καὶ στὰ Κοινόβια τῶν παλαιῶν Ὁσίων, τοῦ Παχωμίου, τοῦ Σάββα, τοῦ Εὐθυμίου, τοῦ Θεοδοσίου καὶ ἄλλων πολλῶν, γιατί καὶ σ’ αὐτοὺς διασωζόταν ἡ ἀδελφικὴ ἀγάπη καὶ ἡ ὁμοψυχία. Ἐκείνη, πράγματι, ὑπῆρξε ἀληθινὴ ἰσότητα! Ἡ ἰσότητα ὅμως ποὺ προβάλλουν οἱ νέοι δημοκρατικοὶ εἶναι ψευδεπίγραφη, εἶναι ψιλὸ ὄνομα, ὅπως καὶ ἡ ἐλευθερία τους. Ἔχουν ἐπινοηθεῖ ἀπὸ πονηροὺς ἀνθρώπους, γιὰ νὰ πετύχουν τὰ σχέδιά τους μὲ τὴν δύναμη τοῦ λαοῦ.