Το παιδί και τα μάγια
L'enfant et les sortilège (τίτλος πρωτοτύπου)
Κυκλοφορεί
ISBN: 978-960-6685-49-1
Fagottobooks, Αθήνα, 12/2012
Γλώσσα: Ελληνική, Νέα
Γλώσσα πρωτοτύπου: Γαλλικά
€ 14.93 (περ. ΦΠΑ 6%)
Βιβλίο, Χαρτόδετο
28 x 24 εκ, 48 σελ.
Περιγραφή

Τ` όνειρο... μια λέξη παιδική, μια λέξη μαγική... για παιδιά που καταστρέφουν τα παιχνίδια τους... για μάγια που κάνουν τα παιχνίδια να επαναστατήσουν, να απολυτρώσουν... για το παιδί και τα μάγια που ο καθένας κουβαλά αν έχει οδηγό το όνειρο μονάχα... Αυτό είχε ως οδηγό και ο Maurice Ravel όταν συνέθετε τη λυρική του φαντασία "Το Παιδί και τα μάγια". Έργο που του έδωσε την ευκαιρία να ασχοληθεί με εφευρετικότητα και χιούμορ με τα ζώα και τα άψυχα αντικείμενα που ζωντανεύουν σε αυτό το μαγικό παραμύθι, όπου πρωταγωνιστεί ένα άτακτο παιδί.


Ένα "κακό" παιδί καταστρέφει τα πάντα γύρω του -έπιπλα, ταπετσαρίες, πορσελάνες- και πληγώνει τα δένδρα και τα ζώα του κήπου. Κατά τη διάρκεια μιας μάχης στην οποία τα ζώα του επιτίθενται, αναγνωρίζοντάς το ως αυτό που μόνο κακό τους έκανε έως τώρα, ένας σκίουρος πληγώνεται. Το παιδί σκίζει το πουκάμισο του και του επιδένει την πληγή. Εκείνη τη στιγμή, ως δια μαγείας, απολυτρώνεται και γίνεται το "καλό παιδί που έδεσε την πληγή". Όλα τα ζώα τότε συγκεντρώνονται, συναινούν και αρχίζουν να φωνάζουν μεταφέροντας το μπροστά στο σπίτι του τη σωτήρια λέξη "μαμά".


Η λυρική φαντασία "Το Παιδί και τα μάγια" του Maurice Ravel σε λιμπρέτο της Collette, μυθιστοριογράφου της εποχής, συνετέθη μετά τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο και μετά το θάνατο της μητέρας του συνθέτη. Λέγεται πως ο Ravel άλλαξε ριζικά το κείμενο της Colete και παρουσίασε ένα νέο λιμπρέτο διαποτισμένο με τη δική του αισθητική, τις φοβίες του και τις πολιτικές του πεποιθήσεις. Με πινελιές κυβισμού, παρωδίες του παρελθόντος, χορούς και άριες που ήταν στη μόδα, κριτική παιδαγωγικών μεθόδων και περίγελο ερώτων, το κείμενο δεν έχει πια καμία σχέση με το χειρόγραφο της Collette. Ένα άτακτο παιδί που στο τέλος φρονιμεύει και πάντα επίκαιρο μας συντροφεύει...


Η μετάφραση ακολούθησε πιστά το λιμπρέτο και μπορεί κανείς να παρακολουθήσει την "παιδική" αυτή "όπερα" κρατώντας το βιβλίο, με τις εμπνευσμένες από το κείμενο ζωγραφιές μπροστά του, να του αποκαλύπτουν τον μαγικό κόσμο του παιδιού.

Τ’ όνειρο...
μια λέξη παιδική, μια λέξη μαγική...
για παιδιά που καταστρέφουν τα παιχνίδια τους...
για μάγια που κάνουν τα παιχνίδια να επαναστατήσουν, να απολυτρώσουν...
για τοπαιδί και τα μάγια που ο καθένας κουβαλά αν έχει οδηγό το όνειρο μονάχα...

Αυτό είχε ως οδηγό και ο Maurice Ravel όταν συνέθετε τη λυρική του φαντασία «Το Παιδί και τα Μάγια». Έργο που του έδωσε την ευκαιρία να ασχοληθεί με εφευρετικότητα και χιούμορ με τα ζώα και τα άψυχα αντικείμενα που ζωντανεύουν σε αυτό το μαγικό παραμύθι, όπου πρωταγωνιστεί ένα άτακτο παιδί. Η λυρική του αυτή φαντασία, όπως προτιμούμε να τη χαρακτηρίζουμε, συνετέθη μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πό λεμο και μετά τον θάνατο της μητέρας του.

Πρωτοπαρουσιάστηκε στο Monte-Carlo το1925 και στη συνέχεια στην Όπερα Comique του Παρισιού το 1939 και στην Όπερα Garnier το 1960. Σε λιμπρέτο της Colette, μυθιστοριογράφου της εποχής, του οποίου η αρχική με την τελική μορφή δεν είχε καμία σχέση, αφού παρενέβη και άλλαξε ριζικάο Ravel, ένα «κακό» παιδί καταστρέφει τα πάντα γύρω του –έπιπλα, ταπετσαρίες, πορσελάνες– και πληγώνει τα δένδρα και τα ζώα του κήπου.

Κατά τη διάρκεια μιας μάχης στην οποία τα ζώα του επιτίθενται, αναγνωρίζοντας το ως αυτό που μόνο κακό τους έκανε έως τώρα, ένας σκίουρος πληγώνεται. Το παιδί σκίζει το πουκάμισο του και του επιδένει την πληγή. Εκείνη τη στιγμή, ως δια μαγείας, απολυτρώνεται και γίνεται το «καλό παιδί που έδεσε την πληγή». Όλα τα ζώα τότε συγκεντρώνονται, συναινούν και αρχίζουν να φωνάζουν μεταφέροντας το μπροστά στο σπίτι του τη σωτήρια λέξη «μαμά».

Όλα άρχισαν κατά τη διάρκεια του Πολέμου όταν ο Jacques Rouche, διευθυντής της Όπεραςτου Παρισιού είχε την ιδέα να ανεβάσει ένα μπαλέτο σε λιμπρέτο της Colette. Προσπάθησε, ανεπιτυχώς, να πείσει τον Ravel για τη σύνθεσή του υπό τον τίτλο «Μπαλέτο για την κόρη μου». Αργότερα, το 1924, ο Gunsbourg, διευθυντής της Όπερας του Monte-Carlo πρότεινε ξανά στον Ravel τη σύνθεση του μπαλέτου. Τούτη τη φορά όμως ο Ravel,όπως λέγεται, άλλαξε ριζικά το κείμενο της Colette και παρουσίασε ένα νέο λιμπρέτο διαποτισμένο με τη δική του αισθητική, τις φοβίες του και τις πολιτικές του πεποιθήσεις. Με πινελιές κυβισμού, παρωδίες του παρελθόντος, χορούς και άριες που ήταν στη μόδα, κριτική παιδαγωγικών μεθόδων και περίγελο ερώτων στο πρώτο μέρος, το κείμενο δεν έχει πια καμία σχέση με το χειρόγραφο της Colette.

Στην σκηνή του κήπου το παιδί δεν σχετίζεται πια με έναν κόσμο που έχει στραφεί εναντίον του. Η μητέρα του έφυγε. Πρέπει, λοιπόν, μόνο του τώρα να βρει έναν τρόπο να σώσει έναν κατεστραμμένο κόσμο και τον εαυτό του τον ίδιο. Ο Ravel γίνεται πεσιμιστής κατά τη διάρκεια του πολέμου και το Παιδί δε βρίσκει τίποτα πια. Μετά από μία επανάσταση των ζώων που είχε τραυματίσει ένας σκίουρος πληγώνεται και το ίδιο πληγωμένο του επιδένει την πληγή. Λιπόθυμο απολυτρώνεται από τα ίδια τα ζώα που πριν του επιτίθονταν («Είναι καλό το Παιδί, είναι φρόνιμο. Επέδεσε την πληγή, ματώνει. Θα πεθάνει;») και καλεί για μία δεύτερη φορά,σαν να μη συνέβη τίποτα, μία μαμά που «τίποτα» δεν του έμαθε. Νιώθουμε την πίκρα του Ravel αλλά και την εκπληκτική αποτελεσματικότητα του μουσικού του ύφους που περιέχει ακόμη και μία φούγκα, τη μοναδική ουσιαστικά σε όλο του το έργο.
 
Κανείς, ωστόσο, δεν φάνηκε να διακρίνει τούτη την πίκρα, συνέπεια του πολέμου και του θανάτου της μητέρας του, και όλοι μιλούσαν για το πόσο χαριτωμένο και γεμάτο ευαισθησία ήταν το έργο του, όταν ο Ravel αποκάλυπτε πως όντας υπερπροστατευμένος από τη μητέρα του δεν ήταν καθόλου προετοιμασμένος για την κρίση των πεδίων της μάχης.

Ο Ravel μετά τα δύο αυτά συνταρακτικά γεγονότα της ζωής του έπαψε να είναι παιδί; Το «Παιδίκαι τα Μάγια» του, επίκαιρο πάντα, μας συντροφεύει. Η μετάφραση ακολουθεί πιστά το λιμπρέτο και μπορεί κανείς να παρακολουθήσει την «παιδική» αυτή «όπερα» κρατώντας το βιβλίο, με τις εμπνευσμένες από το κείμενο ζωγραφιές μπροστά του, να του αποκαλύπτουν τον μαγικό κόσμο του παιδιού.

Οι βασικοί χαρακτήρες του έργου, εκτός από το παιδί, είναι: η μαμά, ο γάτος και η γάτα, η πολυθρόνα, το κάθισμα, ο καναπές, το πουφ, η ψάθινη καρέκλα, το ρολόι του τοίχου, η τσαγιέρα, το φλιτζάνι, η φωτιά, ο βοσκός και οι βοσκοί, η βοσκοπούλα και οι βοσκοπούλες, η πριγκίπισσα, ο γεράκος, οι αριθμοί, τα ζωάκια του κήπου, ο βάτραχος και τα βατραχάκια, το δένδρο και τα δένδρα, η λιβελλούλα, το αηδόνι, η νυχτερίδα, η κουκουβάγια και ο σκίουρος.

Η αρχική ιδέα ήταν να ανεβεί ως θεατρική παράσταση από μικρά και μεγάλα παιδιά σύμφωνα με την ανέκδοτη, τότε, μετάφραση που παρουσιάζουμε τώρα εικονογραφημένη, με εμβόλιμα μουσικά μέρη, διασκευασμένα και μη, ενόργανης και φωνητικής μουσικής (στην ελληνική γλώσσα) καθώς και μουσική συνοδεία. Οι ως τώρα συνθήκες δεν το επέτρεψαν, για αυτό το λόγο περιοριστήκαμε στην παρουσίαση και διδασκαλία σε βαθμίδες της εκπαίδευσης.

Υποβλήθηκε πρώτη φορά ως πρόταση διδασκαλίας για παιδιά προσχολικής και σχολικής ηλικίας στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο, στο Τμήμα Μουσικών Σπουδών, μετά από ένα μάθημα μουσικής ανάλυσης και στα πλαίσια ενός σχεδίου εργασίας στο μάθημα της Μουσικής Παιδαγωγικής υπό την επίβλεψη της κυρίας Σέργη Λένιας το 1994. Διδάχθηκε για πρώτη φορά σε δημοτικό σχολείο στη Θράκη το 2000 και συνολικά έως σήμερα σε επτά δημοτικά, δύο νηπιαγωγεία, ένα γυμνάσιο και στη Σχολή Επιστημών της Αγωγής του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης.

Οι πορείες διδασκαλίας που ακολουθήθηκαν ποικίλλουν και αφορούν σε αφήγηση, ενεργητική μουσική ακρόαση, τραγούδι,δραματοποίηση, εκτέλεση σε μουσικά όργανα της τάξης, ζωγραφική, με ανέκδοτο υλικό που περιλαμβάνει και μουσικά μέρη διασκευασμένα και προσαρμοσμένα στην ελληνική γλώσσα. Ιδιαίτερο ενθουσιασμό έδειξαν οι μαθητές του νηπιαγωγείου και των τεσσάρων πρώτων τάξεων του δημοτικού σχολείου οι οποίοι όχι μόνον ενσάρκωναν το παιδί, τα έμψυχα και τα άψυχα αντικείμενα αλλά και τα ζωγράφιζαν με την ίδια θέρμη. Λιγότερο ενθουσιασμό για κίνηση, μίμηση και δραματοποίηση, όχι όμως και για τραγούδι ή εκτέλεση σε μουσικά όργανα, έδειξαν οι φοιτητές και οι μαθητές του γυμνασίου. Οι τελευταίοι ενδιαφέρθηκαν και για το θεωρητικό πλαίσιο του έργου.

Από την εμπειρία μας και την έως τώρα πορεία διδασκαλίας του έργου προκύπτει ότι «Το Παιδί και τα Μάγια» είναι ένα έργο κατάλληλο για μικρά και μεγάλα παιδιά με το διδακτικό περιεχόμενο του κειμένου του, την ποικιλομορφία της μουσικής του, το χιούμορ και την απλότητα των διασκευασμένων τραγουδιών του. Πρόκειται για ένα από τα αριστουργήματα που αναφέρονται στην παιδική ηλικία. Οι διάφορες εκτελέσεις του έργου στο διαδίκτυο, ξεκινώντας από αυτές που προτείνονται από τον ελληνικό εκδοτικό οίκο, οδηγούν σε μία πρώτη εκτίμηση αυτού.

Καλούμε λοιπόν κάθε παιδαγωγό να το συμπεριλάβει στη διδασκαλία του, κάθε μουσικό στην εκτέλεσή του, κάθε ηθοποιό στη σκηνή του και ευχαριστούμε τον εκδότη μας που το συμπεριέλαβε στις εκδόσεις του.

Ευαγγελία Κοψαλίδου