Το Κουμπί
Κυκλοφορεί
ISBN: 978-960-9640-00-8
Ελληνική, Νέα
Βιβλίο, Βιβλίο (άγνωστο δέσιμο)
60 σελ.
Περιγραφή

Το έγραψα στην Άνδρο, στις πιο μοναχικές διακοπές της ζωής μου. Έγραφα ακατάπαυστα μέχρι να ακινητοποιηθεί το χέρι μου από την κούραση. Λες και φυλακισμένος, κάτεργα, έπρεπε να βγάλω συγκεκριμένο όγκο δουλειάς καθημερινά...

   Για να μη φλυαρώ, παραθέτω το προλογικό σημείωμα:
   Μια μικρή ιστορία τριάντα ετών

   Πριν τριάντα χρόνια, στη διάρκεια της στρατιωτικής μου θητείας, σχεδίασα σε ένα κομμάτι χαρτιού μια ιστορία. Είχα βάλει ως τίτλο «Το Κουμπί» και μιλούσα για έναν άνθρωπο, που κατασκεύασε αναγκαία - λόγω ειδικών συνθηκών - μια δικαιολογία ύπαρξης, ένα στόχο ζωής, για να συνεχίσει να υπάρχει. Μέσα από ένα απλό, ασήμαντο κουμπί. Είχα γράψει ακόμα και το τέλος της ιστορίας. Σε δέκα αράδες.
Το χαρτί αυτό, την ύπαρξη του οποίου με την πάροδο των ετών ξέχασα, είχε κρατήσει ο φίλος Γιώργος Χαϊδας. Ο οποίος πριν τρία περίπου χρόνια, με ξάφνιασε και με συγκίνησε, θυμίζοντάς μου την ιστορία «του κουμπιού».

   Τότε μου παρέδωσε την σελίδα που είχε κρατήσει για τρεις περίπου δεκαετίες, λέγοντας μου : «Θυμάσαι «το κουμπί»; Μου το είχες δώσει, ως σχεδίασμα του πρώτου θεατρικού σου έργου. Στο επιστρέφω». Μου δίνει τη μια και μοναδική σελίδα και αυτό ήταν το έναυσμα.

   Ξαναδιαβάζοντας τις δέκα αυτές αράδες, ιδίως το τέλος της ιστορίας, συνειδητοποίησα ότι στα τριάντα χρόνια που μεσολάβησαν, το θέμα παρέμενε άκρως επίκαιρο . Και έτσι, σε ένα μήνα στην Άνδρο γράφτηκε «το κουμπί».

   Οι διακόσιες λέξεις της μιας σελίδας, έγιναν έντεκα χιλιάδες διακόσιες λέξεις...

Αθήνα 15 Ιουλίου 2004

ΓIANNHΣ: Μιλάς, μιλάς. Υπάρχει κι η φλυαρία της σιωπής. Αλλά όταν την επιλέγεις είναι καλά, δημιουργικά. Όταν σου επιβάλλεται όμως, όπως εδώ τώρα εμείς οι δύο; Γι’ αυτό σου μιλάω, γιατί μας έχουν επιβάλει έναν τρόπο ζωής, όπως και στους άλλους έξω, και πρέπει να βρούμε τρόπο επιβίωσης. Αντιστέκομαι στο βύθισμα, με τη φλυαρία μου… Δεν σου αρέσει που κουβεντιάζουμε; Θα μου πεις, οι άλλοι έξω έχουν την τηλεόραση και δεν μιλάνε. Αλλά κάποιος τούς μιλάει… από το γυαλί.

Κοίτα. Αν υποθέσουμε ότι η ζωή μου, η ζωή μας ήθελα να πω, είναι μυθιστόρημα, θα το διάβαζες με ενδιαφέρον ή θα το άφηνες με τις πρώτες σελίδες ανάγνωσης; Αν το άφηνες, χέσ’ τα. Ζωή αδιάφορη τελείως. Γιατί το μυθιστόρημα έχει τις συνταγές του. Βάζεις χώρο, χρόνο, πρόσωπα, εκπλήξεις, πλοκή, έρωτα, λίγο σεξ και μυστήριο. Η ζωή σου έχει τέτοια; Καλώς. Δεν έχει, είσαι ανάξιος.

(Με αυξανόμενο εκνευρισμό.) Γιατί αν δεν μπορείς να ζήσεις ούτε σε ένα μυθιστόρημα, πώς τολμάς και ζεις στ’ αλήθεια, ε; Πώς τολμάς, άχρηστε. Ανίκανε. Μειωμένων προσόντων… Αδιαδήλωτε. Φυλακισμένε. Πιόνι. Υποταγμένο ανθρωπάκι. Καταναλωτή. Άβουλε. Ηλίθιε. Τηλεορασάκια. Μιθριδάτη, ε Μιθριδάτη. Μηδενικό, ε μηδενικό.

ΜΑΡΙΝΑ: Εμάς βρίζει. Το νιώθεις;

ΣΤΕΛΙΟΣ: Είσαι άσχετη.

ΜΑΡΙΝΑ: Και γουστάρεις την άσχετη;

ΓIANNHΣ: Αααχ, με κούρασες. (Αποκαμωμένος.) Σου μιλάω συνέχεια κι αναρωτιέμαι αν ακούς, αν καταλαβαίνεις, αν νιώθεις όσα εγώ. Αν είσαι απλά δύο αυτιά ή αν συμμετέχεις. Δεν ξέρω την αλήθεια και το ψέμα σου. Τη δική μου αλήθεια και το ψέμα. Παραπαίω συνέχεια ανάμεσά τους και κουράζομαι. Κουράζομαι πολύ.

Να, η δική μου αλήθεια τώρα, που μπορεί να αναιρεθεί πριν σταματήσω να μιλάω, η δική μου αλήθεια, λέει ότι δεν μπορείς να με ανεχτείς άλλο. Δεν μπορείς να ανεχτείς εμένα, εσύ, ο εαυτός μου. Όταν δεκαετίες τώρα ανεχόσουν, και μετείχες μάλιστα σε αυτό, το άθλιο σύστημα που ζούσες. Ανεχόσουν τους πολιτικάντηδες, τις τηλεπερσόνες, αυτούς που σε κυβερνούν με την απειλή και το φόβο. Ανεχόσουν να υποθηκεύεται ολόκληρη η ζωή σου σε μια πλαστική κάρτα, υποδουλωμένος σε πλασματικές ανάγκες. Ανεχόσουν να σε χώνουν σε έναν καναπέ και να αποβλακώνεσαι με τις ώρες μπροστά σε μια τηλεόραση. Ανεχόσουν, ανεχόσουν...

Αυτή η ανοχή είναι η μεγάλη ενοχή σου, η μεγάλη ενοχή μας. Το λέω εγώ ο έγκλειστος, ο καταδικασμένος... σε σένα που νιώθεις ελεύθερος... Λες ότι εγώ είμαι φυλακισμένος και αγνοείς την μεγάλη χωρίς τοίχους αόρατη φυλακή που ζούσα, που ζουν όλοι αυτοί απέξω οι... υποτίθεται ελεύθεροι.

Αγνοείς ότι αυτοί οι δημοκόποι, που τους ανέθεσες με την ψήφο σου να διαχειριστούν τη ζωή σου, την βούλιαξαν, σου κλέψανε περιουσία, όνειρα, οράματα κι ελπίδες. Σου έκαναν την πατρίδα τυφλή ζητιάνα, χωρίς αξιοπρέπεια. Ζητιάνα που ζητάει έλεος από τους βιαστές της. Πάρε το χαμπάρι. Όλα στα ξεπούλησαν. Το σήμερα, το αύριο, τα παιδιά, τα εγγόνια, όλα στα ξεπούλησαν και δεν το βλέπεις. Τα κατάφαγαν τα παγκόσμια αδηφάγα τρωκτικά. Αχ μωρέ, για πια πατρίδα να μιλήσω;

Και φτάσαμε στον πόλεμοοο... Χωρίς αίματα, τραυματίες, πυρομαχικά. Γέμισε η πατρίδα υποψήφιους αυτόχειρες, που περιφέρονται με την απόγνωση να τους θολώνει το μυαλό, επαίτες γέμισε η πατρίδα, κοστουμαρισμένους που ψάχνουν στα σκουπίδια, απειλούμενοι, φοβισμένοι. Και θα μου πεις εμένα, αν με ανέχεσαι, άθλιε εαυτέ. Εδώ ανέχεσαι να ζεις υπό κατοχή, ανέχεσαι να κάνεις ότι δεν βλέπεις αυτή την κατοχή. Πόσα ανέχτηκες αλήθεια; Πόσα;

Πριν πάω για ύπνο θα σου πω αυτό που είπε ο ποιητής: Αυτόν τον κόσμο φτιάξαμε; Γι αυτόν αγωνιστήκαμε; Πώς θα κοιτάξουμε στα μάτια τα παιδιά;

Αύριο, δηλαδή όταν ξυπνήσω και μετά, θα σκεφτώ αν σου ξαναμιλήσω. Γιατί προέχει το έργο μου. (Δείχνει το «εργαστήριό» του.) Θέλω να έχω έργο για να υπάρχω. (Ξαπλώνει σιγά-σιγά.) Το κατάλαβες; Αύριο θα σου εξηγήσω, γιατί θέλω να υπάρχω μέσα από ένα έργο, θα σου εξηγήσω για τη ζωή δηλαδή...(Αποκοιμιέται. Σβήνουν αργά τα φώτα.)