Το δωμάτιο με τις εικόνες
Κυκλοφορεί
Ίκαρος, Αθήνα, 11/1986
1η έκδ., Ελληνική, Νέα
€ 45.43 (περ. ΦΠΑ 6%)
Βιβλίο, Χαρτόδετο
32 x 24 εκ, 584 γρ, 99 σελ.
Περιγραφή

Μπορεί ο Σωκράτης, ως ένα σημείο, ν` ανιχνεύεται μέσα στον Kant, όπως ακριβώς η Σαμία Ήρα μέσα στον "Αμφίονα" του Laurens. Παρ` όλα αυτά, ενώ η λεγόμενη καθαρή σκέψη, αργά-γρήγορα, χωνεύεται και χάνεται, μέσα στον μεγάλο ρου του "κοινού συνειδέναι" -η λυρική, στον βαθμό που μπορεί να μετατραπεί ακαριαία σε εικόνα, διατηρεί όλα της πατρότητάς της τα ιδιαίτερα γνωρίσματα. Προβάλλεται σ` ένα επίπεδο αφανές αλλά, για τούτο, και απαραβίαστο. Δεν επεμβαίνει κανείς εύκολα στις πτυχές μιας "Νίκης". Ανάμεσα στο ζωντανό, πιθανόν, πρότυπο και στο τελικό αποτέλεσμα συνέβη να παρεμβληθεί η φαντασία. Και η φαντασία εάν στα δέκα χάνει τα εννέα, καρδίζει πάντοτε το δέκατο: ένα τίποτα που είναι το παν.

Στην αντιδικία του με τον ψυχικό παράγοντα ο πρακτικός άνθρωπος βγήκε ανέκαθεν ηττημένος. Ξέφτισε μαζί με το πουκάμισό του, μακάρι να ήτανε κι από χρυσάφι, τη στιγμή που ο άλλος, μακάρι και θεόγυμνος, ένιωσε να μεταστοιχειώνεται σε κάτι το αναντικατάστατο. Που γι` αυτό έγινε και η Τέχνη: για να δίνει οντότητα στο μέρος του εαυτού μας, που άπαξ και υπήρξε "έτσι", δεν μπορεί να ξαναϋπάρξει "έτσι" ποτέ.

Απ` αυτή την άποψη, ολόκληρη η ιστορία της τέχνης δεν είναι παρά μία παράλληλος της ιστορίας των γεγονότων, μείον το στοιχείο της φθοράς. [...]

Και ιδού μια άκρα ησυχία. Που, μεταφορικά μιλώντας, δεν είναι μόνον φαινόμενο ακουστικό αλλά και α π ό σ τ α σ η. Η απόσταση η απαραίτητη για να υπάρξει μια πιο αληθινή ζωή. Από το άλλο άκρο της εγρήγορσης, αργά, σταλάζει σαν κόμπος νερού ένα γυμνό κορίτσι. Όλοι προσέχουν τα μαλλιά του τα λυτά ως τους μηρούς. Λίγοι μόνον υποψιάζονται ότι δεν είναι παρά η έννοια του "αειθαλούς" όπως συμβαίνει να σταλάζει στην ευαισθησία του δημιουργού. Και ακόμα λιγότεροι, ότι πρόκειται απλώς για την ενσάρκωση ενός ιδανικού που, με όπλο του την Ομορφιά, ξέρει να εκδικείται.

Να εκδικείται τι; Την απιστία μας. Που δεν αναγνωρίζουμε το μέσα μας υ π ε ρ π έ ρ α ν, ενώ γεμάτοι από τις ουλές του φεύγουμε όλοι μας από τον κόσμο αυτόν μια μέρα όπως ύστερα από έναν άτυχο έρωτα. Σκύβουμε το κεφάλι αλλά εκείνη -ποιά; η Κόρη που είπαμε- παραμένει νέα και αρυτίδωτη και ισχυρή. Κι έχει την τελευταία λέξη πάντοτε. Η αξία της η πιο μεγάλη έγκειται στον τρόπο που καθιστά αδύνατον το "αδύνατον". Δε γίνεται να μην δακρύζει ο ήλιος· ακριβώς όπως δε γίνεται να μην είναι ο θάνατος ένα υπερμέγεθες ηλιοτρόπιο στραμμένο καταπάνω μας.

Είναι ανάγκη ν` ανταποκριθούμε σ` αυτή την εχθρική θεότητα. Παρασύροντάς την με χίλιους τρόπους εκεί όπου θάλασσες και στεριές, διεισδύοντας η μία στην άλλη, σχηματίζουν μια χώρα που είναι όλες οι άλλες μαζί και συνάμα καμιά. Βάζοντάς την να υπνοβατεί πίσω από μιαν ανεξήγητη φλόγα· με γυμνό πόδι όπως άλλοτε ο Χριστός πάνω στα κύματα. Να περνάει ψηλά πάνω από κοιλάδες και οροπέδια και να τα ευλογεί ωσότου η θάλασσα, εξημερωμένη, να πιάσει κι εκείνη τα όρη. Χωμένη στα χόρτα, να κάνει έρωτα με μια πεταλούδα πελώρια. Να στρώνει αποχρώσεις μωβ στα νερά μιας θαλασσοσπηλιάς. Ν` ανεβαίνει από τις πέτρες και να επιμηκύνεται σαν αναθυμίαση. Να κυκλοφορεί ανάμεσα σε κοπάδια ψάρια και σκουριασμένες άγκυρες όπως μες στο δωμάτιό της. [...]

(από τον πρόλογο του Οδυσσέα Ελύτη, 1977)