Στ' απόσκια της ιστορίας
Κυκλοφορεί
ISBN: 978-960-8372-60-3
Το Ροδακιό, Αθήνα, 5/2013
1η έκδ., Ελληνική, Νέα
€ 21.20 (περ. ΦΠΑ 6%)
Βιβλίο, Χαρτόδετο
25 x 17 εκ, 827 γρ, 363 σελ.
Περιγραφή

Ασ` τα! Δεν τα παίρνει ένα βιβλίο, γράψε τ` αναγκαία μόνο...
Ήμασταν και οι δυο βομβαρδισμένοι. Σαν νύφη και γαμπρός ξένα ρούχα είχαμαν.
Τώρα τα λέω στα εγγόνια και τους φαίνεται σαν μύθος! Δεν το πιστεύουν.
Νομίζω ότι η γυναίκα πρέπει να έχει την πρώτη θέση. Εκείνο που με έκανε επαναστάτη ήταν το μοιρολόι της βάβως μου.
Εκεί είδα Ελασίτες να παραδίδουν τα όπλα και να κλαίνε... Και ένας είπε: Ε, ρε Κώστα, αν χρειαστούν αυτά τα όπλα, πού θα τα βρούμε;
Τα παιδιά ήταν φτηνά τότε. Δυο ώρες στο σχολειό, πέντε στα γίδια.
Πάειναμαν στην Αλβανία, είχε πολύ ψωμί! Μας έσωσε η Αλβανία! Μας έδιναν ψωμί και λεφτά· εν τσικ μπουκ; εν τσικ λεκ;
Όταν πήγαμε στο Γράμμο δεν έβλεπες ήλιο πουθενά. Όταν εγκαταλείψαμε δεν υπήρχε ίσκιος να καθίσεις.
Όταν πήγαμε στη Γερμανία, δεν τους βλέπαμε σαν εχθρούς`. Ήταν όμως άπονοι.
Στην Ελλάδα είναι μεγάλη δουλειά το κομματικό. Είχαμαν από το σόι εφτά στο Ζέρβα κι ένας-δυο στο ΕΑΜ.
Τόσα χρόνια μόνος! Πώς πέρασα να λες. Να πλένω, να μαγειρεύω...
Σαν γυναίκα!
Έφτακα δεκαοχτώ χρονών για να τη δω. Σάμπως μπορούσες; Τότες ήταν ζόρικα! Τα ερωτεύματα δεν επιτρέπονταν.
Πολιτικό άσυλο με τ` όνειρο της επιστροφής. Αυτά που είδαν τα μάτια μου στην Αυστραλία δεν θα τα έβλεπα ποτέ!
Ε, ορέ παιδί! Άμα ομοιάσεις εμένα, να πεθάνεις τώρα.
Είχα κάνει όρκο. Λούστροι να γίνουν στην Αθήνα! Αρκεί να φύγουν.
Ξέρω τα χειρότερα! Είμαι πλούσιος.


[Απόσπασμα από το κείμενο στο οπισθόφυλλο της έκδοσης]

Πρόλογος
Σημείωμα
Ογδόντα δύο χρόνια μαζί δε με ντρόπιασε ποτέ!
Ντρέπομαι! Αυτή τη ζωή τώρα, δεν την ήθελα. Εμένα μου 'ρχεται για θάνατο...
Τώρα δουλεύουν οχτάωρο. Τότε όλη μέρα
Διοικητής ήταν ο Χαρίλαος Φλωράκης
Τότε τα τετράδια και τα μολύβια τ' αγοράζαμε μ' αυγά
Από δέκα χρονών, εγώ η νοικοκυρά στο σπίτι
Τον καιρό της Κατοχής εγώ είχα δικό μου πριάρι
Σκεφτόταν να 'φύγει'. Δεν ήθελε να μας είναι βάρος. Έφυγε στα ενενήντα εφτά
Τα ανατρέψανε, φύγανε από τις πατρίδες τους, και γίν'καν υπηρέτες και πόρνες στην Ελλάδα...
Όσο για γλέντια; Είμαι πρωτοπόρος! Ακούω μια φωνή: Ακολούθει μοι! Άντε, Γιάννη! Άντε, Γιάννη...
...και κρυφοκοίταγε! Δήθεν δεν έβλεπε προς τα μας! Εγώ ντρεπόμουν Αρραβώνας χωρίς καλημέρα για έξι χρόνια!
Εγώ δε θα σ' έτρωγα. Ένα φιλάκι ήθελα. Κι εσύ απόλκες το σκυλί!
Οι ράχες γύρω-γύρω γεμάτες ντουφέκια
Μόνο τη φίλησα. Ήμουν μπεσαλής Τρώγαμαν τη σάρκα δάγκα!
Εγώ εδώ! Με τα ζώα και με τα πουλιά. Εδώ θα τελειώσω τη ζωή μου! Και σήμερα υπάρχει στο φάκελο μου η ποινή θανάτου!
Ογδόντα τρία ήταν τα θύματα Δεκατρία χρονών να κάνω χωράφι! Γεννήθηκα τη μέρα του αγναντιού...
Ξινόγαλο μου 'δινε να φάω. Από αυτό που έριχνε και στα γατιά!
Η πιο αδικημένη γενιά είναι η δική μας - και η σωστή Ιστορία δε γράφτηκε ποτέ!
Αγοράσαμαν κτήματα και δε ματαβγήκαμαν στα βουνά· γίναμαν αγρότες
Όταν πας κόντρα στη γυναίκα, είναι σαν να πελεκάς το γόνατο σου με το σκεπάρνι
Ενώ αγράμματος εγώ, πρόβλεψα καλύτερα!
Τώρα κατάλαβα τι είναι να χηρέψει ο άντρας σε μεγάλη ηλικία!
Και να ουρλιάζουν οι λύκοι...
Όλα! Όλα! Σαν αδερφούλα μου σ' τα 'πα
Τι να 'κανα; Να 'ριχνα στους αντάρτες;
Μάνα, μάνα! Ήπιε ο μάστορας νερό από τον κουβά, να δώσω και στο γάιδαρο να πιει;
Ούτε μας πείραξε κανένας. Σαν ήμασταν και ορφανά από μάνα και πατέρα...
'Σκότωσε έναν αντάρτη χωρίς να σε πάρει χαμπάρι', ήταν το ρεφραίν
Ο πατέρας δεν ήθελε· δεν έχουμε λεφτά, είπε· τα είχε σχεδιάσει αλλιώς...
Γκιζιράγαμαν με τη γιαγιά πόρτα-πόρτα...
Εδώ τους απόκαναν τους νέους πριν ακόμη γεράσουν!
Πες, χριστιανέ μου, ότι μ' έκλεψες! Γιατί ντρέπεσαι;
Έζησα τη ζωή μέσα από τη φωτογραφία
Χτυπάω τα κυπριά και τα κουδούνια και λέω: Ε! Πώς έφυγε η ζωή...
Έπρεπε κάθε βράδυ να φέρνουμε από ένα όπλο!
Ένα ζευγάρι καλίγκια, μια οκά καλαμπόκι!
Πάτησα το αυγό και βρέθηκα στον ουρανό!
Ήταν καλή! Μ' γυάλιζε το μάτ'...
Δεν ήθελα να την εκθέσω, γιατί άμα έπαιρνε μια μομφή δεν την έπαιρνε ο άλλος!
Η μάνα της μάνας μου μου είπε: Η μάνα σου δεν κάνει με νύφη· να προσέχεις!
Αλλά ο δάσκαλος ήταν ένα με εμάς. Μέχρι και στα παιγνίδια!
Εκεί μας έκλεβαν οι χωρικοί τα πρόβατα. Μεγάλη μάστιγα!
Α! Τότε έπρεπε να τον παραφυλάξεις για να πιάσεις κάνα παιδί...
Εμ, τι! Γουρούνι στο σακί θα έπαιρνα;
Γράμμος! Εκεί πέσαν και οι πρώτες βόμβες ΝΑΠΑΛΜ
Το 1948 ήμουν με τους αντάρτες και πολέμαγα το στρατό. Το 1949 με το στρατό και πολέμαγα τους αντάρτες
Το μουσείο μου: Η ιστορία ενός πονεμένου τόπου
Πού πάτε, βρε Έλληνες; Πού μας αφήνετε εμάς; Γιατί μας καταστρέψατε;
Εδώ στο χωριό εφτά είμαστε όλο κι όλο
Ένας γονιός μπορεί να φυλάξει δέκα παιδιά. Δέκα παιδιά δεν μπορούν να φυλάξουν ένα γονιό!
Η Ελλάδα μας έστειλε στην Αυστραλία για να μην επιστρέψουμε ποτέ
Ο παππούς μου ήταν ο μοναχογιός της Μαργιόλας!
Γη ποτισμένη με ιδρώτα!
Τώρα δεν έχουν χωράφια, δεν έχουν αμπέλια, δεν έχουν στάρια
Δε σκίζω το κεφάλι μου με τίποτα. Γιατί κατάλαβα ότι η ζωή είναι μικρή
Και να θες να πας μπροστά, το κράτος πίσω σε σπρώχνει
Τα τσελιγκάτα στη δεκαετία '60-'70 άρχισαν να φθείρονται, γιατί τα Σαρακατσανόπουλα πήγαν για γράμματα
ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ ΚΥΡΙΩΝ ΟΝΟΜΑΤΩΝ
ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ ΤΟΠΩΝΥΜΙΩΝ
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ