Ομήρου Οδύσσεια
Κυκλοφορεί
ISBN: 978-960-250-553-3
1η έκδ.
Γλώσσα: Ελληνική, Νέα
€ 39.81 (περ. ΦΠΑ 6%)
Βιβλίο, Βιβλίο (άγνωστο δέσιμο)
227 σελ.
Περιγραφή

Αν θυμάμαι καλά, στις αρχές της δεκαετίας του `90 ο Δημήτρης Μαρωνίτης μου πρότεινε να ζωγραφίσω εικόνες της Οδύσσειας, που τότε μετέφραζε. Θα ήταν μια ειδική πολυτελής έκδοση, σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων, και θα συνοδευόταν από χειροποίητες ζωγραφιές. Το δέχτηκα μετά χαράς και στρώθηκα στη δουλειά. Αλλά ύστερα από δυο μήνες εργασία, αναπάντεχα το εκδοτικό πρόγραμμα ναυάγησε. Είχα όμως ήδη μπει στον χορό και δεν διέκοψα την προσπάθεια. Στον ελεύθερο χρόνο που εξοικονομούσα, συνέχισα με την εικονογράφηση των ραψωδιών, επειδή, ανεξάρτητα από την πρόταση που μου έγινε, η Οδύσσεια με απασχολούσε από καιρό.
Επί δεκαετίες μετά το 1960, πήγαινα κι ερχόμουνα στα νησιά των Κυκλάδων, σκεφτόμενος πάντοτε τις περιπέτειες του Έλληνα ταξιδευτή στις θάλασσες του κόσμου, την αρχέγονη σχέση μας με το υγρό στοιχείο. Σε μια έκθεση το 1987 με θέμα τη θάλασσα, ανάμεσα στα άλλα έργα παρουσίασα και τρεις πίνακες εμπνευσμένους από τη ραψωδία ε, δηλαδή τον Οδυσσέα στο νησί της Καλυψώς.
Έτσι η αρχική ιδέα-πρόταση του Μαρωνίτη έγινε το έναυσμα για να συνεχίσω τα επόμενα είκοσι περίπου χρόνια χωρίς κανένα εκδοτικό ή άλλου είδους πρόγραμμα.
Οφείλω ακόμα να πω ότι ένας άλλος συναισθηματικός δεσμός με παρακινούσε να συνεχίσω την προσπάθεια εικονογράφησης των ραψωδιών της Οδύσσειας. Αιτία του ήταν μια αξέχαστη παιδική συνάντηση.
Ένα χειμωνιάτικο βράδυ, φιλοξενούμενος στο σπίτι του αδερφού της μητέρας μου, του θείου του Θεόφιλου, μαζευτήκαμε γύρω από το μαγκάλι μαζί με τα δυο παιδιά του, τα ξαδέρφια μου - ένα κορίτσι κι ένα αγόρι, στην ίδια πάνω κάτω ηλικία μ` εμένα, εφτά ή οκτώ ετών. Είμαστε στη δεκαετία του `30. Όσες φορές βρέθηκα εκεί, ο θείος μου μας μάζευε για να μας πει μια ιστορία από την ελληνική μυθολογία. Εκείνο το βράδυ άρχισε να αφηγείται τις περιπέτειες του Οδυσσέα μετά την άλωση της Τροίας. Η αφήγηση, με τον αργό ρυθμό του παραμυθιού, κράτησε από το σούρουπο ως τα μεσάνυχτα. Εντυπωσιακό ήταν το τέλος, που μου έμεινε αξέχαστο. Η αναγνώριση του Οδυσσέα από τους οικείους του, τον Εύμαιο, την Ευρύκλεια, την Πηνελόπη και τον Τηλέμαχο μας άγγιξε τόσο που και οι τρεις μας βάλαμε τα κλάματα.
Ο ταλαντούχος αφηγητής, ο θείος Θεόφιλος, πρόσφυγας όπως και οι γονείς μου, είχε βγάλει το Σχολαρχείο στο Νοβοροσίσκ, κι όταν ήρθε στην Ελλάδα αναγκάστηκε να δουλέψει ως τεχνίτης γυάλας στην Εταιρεία Λιπασμάτων στη Δραπετσώνα. Είχε πάθος με τον αρχαίο πολιτισμό αλλά και περισσή γνώση. Του οφείλω την αγάπη μου για την ελληνική αρχαιότητα.
Τώρα, δύο παρατηρήσεις για τις ζωγραφικές δοκιμές. Η πρώτη αφορά το μέγεθός τους. Στο ξεκίνημά τους, φτιάχτηκαν πάνω σε χαρτονάκια που δεν υπερέβαιναν τα 16-20 εκ., με υλικό τα ακρυλικά χρώματα. Η δεύτερη παρατήρηση αφορά το ζωγραφικό ύφος των εικόνων. Ίσως υπάρχουν μορφικές μεταβολές που παρακολουθούν τις γενικότερες μεταβολές της ζωγραφικής μου. Τούτο διακρίνεται εμφανέστερα σε πίνακες διαστάσεων μεγαλύτερων από τις δοκιμές που έγιναν την τελευταία δεκαετία.
Κι έτσι πέρασαν είκοσι χρόνια, κι όπως συνήθως συμβαίνει οι σκέψεις και οι ιδέες έμειναν στο χαρτί. Φαίνεται όμως ότι, έστω κάπως καθυστερημένα, προλαβαίνουμε κι οι δυο μας, με τον Δημήτρη Μαρωνίτη, αυτή τουλάχιστον την ιδέα να τη δούμε πραγματοποιημένη χάρη στο Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης.


[Απόσπασμα από το κείμενο του προλόγου]

Δημοσθένης Κοκκινίδης
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ
ΖΩΓΡΑΦΙΚΟ ΔΟΚΙΜΙΟ
Δ. Ν. Μαρωνίτης
ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΦΡΑΣΕΙΣ
ΠΕΝΤΕ ΠΥΛΩΝΕΣ ΚΑΙ ΤΡΕΙΣ ΣΤΑΘΜΟΙ